Όταν η σχολική επίδοση γίνεται οικογενειακό project.

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ενδιαφέρον και τον έλεγχο

Πόσες φορές ακούγεται η φράση «γράψαμε καλά στο διαγώνισμα» ή «έχουμε πολλή ιστορία για αύριο», ενώ το μολύβι το κρατούσε το παιδί; Η έκφραση αυτή ακούγεται αθώα, όμως αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η σχολική του πορεία. Στη σύγχρονη κοινωνία των υψηλών απαιτήσεων, η σχολική επιτυχία των παιδιών έχει μετατραπεί, σχεδόν αθόρυβα, σε ένα συλλογικό οικογενειακό στοίχημα. Συχνά, οι βαθμοί και οι επιδόσεις τους γίνονται ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο αξιολογείται και η επάρκεια του γονεϊκού ρόλου.

Όταν, όμως, η υποστήριξη μετατρέπεται σε στενό έλεγχο της σχολικής ζωής, η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο γνήσιο ενδιαφέρον και την υπερεμπλοκή αρχίζει να θολώνει. Από ψυχολογική σκοπιά, η ανάγκη να ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια -αυτό που στη διεθνή βιβλιογραφία περιγράφεται ως helicopter parenting- συχνά πηγάζει από το άγχος των γονέων και την επιθυμία τους να προστατεύσουν το παιδί από τη ματαίωση και την αποτυχία. Ωστόσο, στην προσπάθεια να απομακρυνθεί κάθε πιθανότητα αποτυχίας, υπάρχει ο κίνδυνος να στερηθούν από το παιδί πολύτιμες ευκαιρίες για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας, υπευθυνότητας και εμπιστοσύνης στις δικές του δυνάμεις. Άλλωστε, η αποτυχία, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μάθησης και της προσωπικής εξέλιξης.

Η Ψυχολογία μάς υπενθυμίζει επίσης ότι η υγιής ανάπτυξη βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αυτονομία. Όταν ένας γονέας επιβλέπει εξαντλητικά κάθε εργασία, οργανώνει κάθε λεπτό της μελέτης και βιώνει μια χαμηλή βαθμολογία σαν προσωπική ήττα, μεταφέρει ένα έμμεσο αλλά ισχυρό μήνυμα. Αν αυτό το μήνυμα εκφραζόταν με λόγια, θα μπορούσε να ήταν: «Δεν είμαι βέβαιος ότι μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου». Ως αποτέλεσμα, το μήνυμα αυτό μπορεί σταδιακά να διαβρώσει την αυτοπεποίθηση του παιδιού, να ενισχύσει το σχολικό άγχος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει ακόμη και σε παραίτηση από την προσπάθεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά ζητήματα για τους γονείς είναι η διαφοροποίηση του εαυτού τους από το παιδί. Το παιδί δεν είναι η προέκταση του γονέα, ούτε η δεύτερη ευκαιρία του να πετύχει όσα δεν κατάφερε στο παρελθόν. Αντίθετα, αποτελεί μια ξεχωριστή προσωπικότητα, με τα δικά της ενδιαφέροντα, δυνατότητες και ρυθμό ανάπτυξης.

Για να περάσει κανείς από τον έλεγχο στην ουσιαστική στήριξη, χρειάζεται να λειτουργεί ως συνοδοιπόρος και όχι ως διευθυντής της ζωής του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι, αντί να επιβάλλει λύσεις, μπορεί να διερευνά με ποιον τρόπο το παιδί θα ήθελε να βοηθηθεί. Παράλληλα, αντί να εστιάζει αποκλειστικά στους βαθμούς, είναι ωφέλιμο να αναγνωρίζει την προσπάθεια, την επιμονή και τη συνέπεια που δείχνει καθημερινά. Οι δεξιότητες αυτές αποτελούν συχνά πιο αξιόπιστους προγνωστικούς παράγοντες μελλοντικής επιτυχίας από έναν υψηλό βαθμό σε ένα διαγώνισμα.

Πάνω από όλα, είναι σημαντικό η αγάπη και η αποδοχή να παραμένουν ανεξάρτητες από την επίδοση. Κάθε παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι η αξία του δεν αυξάνεται με τους καλούς βαθμούς ούτε μειώνεται από τα λάθη και τις αποτυχίες του. Η αίσθηση αυτής της άνευ όρων αποδοχής αποτελεί το ασφαλές έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομούνται η ψυχική ανθεκτικότητα και η υγιής αυτοεκτίμηση.

Τελικά, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι ο βαθμός που θα θυμάται κανείς στο τέλος της σχολικής διαδρομής, αλλά ο άνθρωπος που θα έχει διαμορφωθεί μέσα από αυτήν. Ο στόχος του σχολείου δεν είναι να δημιουργήσει άριστους βαθμολογικά μαθητές, αλλά αυτόνομους, υπεύθυνους και συναισθηματικά ισορροπημένους ενήλικες, ικανούς να διαχειρίζονται τόσο τις επιτυχίες όσο και τις δυσκολίες της ζωής.