Επιλογή Σελίδας

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ 17/09/2018

Πρώτη ημέρα για τα φετινά Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια, δημοφιλή θεσμό του Φεστιβάλ, που επιμελείται και παρουσιάζει ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης. Προσκεκλημένοι της ημέρας ο ποιητής και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Χαρίτος (ο οποίος διατηρεί στενούς δεσμούς με την πόλη της Δράμας) και οι Δραμινοί Βασίλης Τσιαμπούσης (διηγηματογράφος) και Πολύνα Γ. Μπανά (ποιήτρια).

Ακολουθούν αυτούσιες οι παρουσιάσεις του Παύλου Μεθενίτη για τα τρία βιβλία:

* «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια (Ιδιωτική Μυθολογία)» (ποίηση) -Δημήτρης Χαρίτος (εκδόσεις Κίχλη, 2017)

Φίλες και φίλοι, είναι ιδιαίτερη χαρά μου να ξεκινάω τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του 41ου Φεστιβάλ Δράμας με την ποίηση του Δημήτρη του Χαρίτου. ΄Έχω την τιμή να είμαι φίλος του, αλλά εδώ, σήμερα, δεν θα μιλήσω  για τον ίδιο, τον σοφό Νέστορα του Φεστιβάλ Δράμας, γιατί ξέρω πως δεν θα το ήθελε ο ίδιος. Δεν θα μιλήσω ούτε καν για την μακρόχρονη ποιητική του διαδρομή, γιατί δεν έχω το χρόνο για κάτι τέτοιο.  Απλά θα πω λίγα πράγματα για την τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια – Ιδιωτική Μυθολογία», από τις εκδόσεις Κίχλη.

Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο, είπα να τσακίσω τις σελίδες με τα ποιήματα που μου άρεσαν, που μου έλεγαν κάτι. Αυτό κατέληξε στο να είναι σχεδόν όλες οι σελίδες του βιβλίου τσακισμένες. Το βιβλίο είχε χοντρύνει πολύ, είχε φουσκώσει, σαν να  ασφυκτιούσαν τα ποιήματα κι ήθελαν να βγουν στο φως….

Δεν είμαι φιλόλογος, φίλες και φίλοι, ούτε κριτικός λογοτεχνίας – πολλώ δε μάλλον ποίησης. Είμαι ένας αναγνώστης, ένας καταναλωτής, ένας χρήστης της ποίησης. Που, σε μένα τουλάχιστον, λειτουργεί κάπως σαν παραισθησιογόνο – τη διαβάζεις, κι αίφνης εκρήγνυται στο κεφάλι σου ένα μικρό σύμπαν ιδεών, συναισθημάτων και εικόνων.

Αίφνης – εδώ είναι το ωραίο. Αίφνης, γιατί στην πεζογραφία αυτό το βίωμα χτίζεται αργά, δομείται με κάθε πρόταση, στην ποίηση όμως ξαφνικά πέφτουν τα λέπια από τα μάτια της ψυχής, όπως έγινε και με τον Απόστολο Παύλο, και όλως αιφνιδίως θωρείς, (δηλαδή θεωρείς) τον κόσμο με τα μάτια του ποιητή. Για λίγο, τουλάχιστον, νιώθεις τί τον βασανίζει, τί τον θλίβει, αλλά και τί τον κάνει να γουρλώνει άξαφνα τα μάτια του, ίσως αφήνοντας να πέσει κάτω το ποτήρι που κρατούσε στο χέρι. Κοινωνείς εκείνη την πάμφωτη στιγμή της έκλαμψης, της έμπνευσης, της Φώτισης, όπου η Ιδέα ατόφια, τέλεια, αστραφτερή, σκάει στο μυαλό του δέκτη.

Διαβάζοντας τα ποιήματά του, έφτασα να κοιτάζω τον κόσμο από το σημείο που έχει φτάσει αυτός, μέσα από τους φεγγίτες των ματιών του. Από εκείνο το σημείο που η σοφία του δεν του απαγορεύει να γίνεται καμιά φορά υπέροχα χυδαίος, από εκεί που η κατανόηση και η αγάπη του για τον κόσμο, δεν τον αποτρέπουν από το να είναι κομψότατα πικρόχολος, από εκεί που η απόγνωσή του δεν τον σταματά από το να δίνει φτερά στους άλλους με τους στίχους του.

Ή, από εκεί που η γαλήνη της ωριμότητας δεν εμποδίζει τον ποιητή να οργίζεται ή να ξεροκαβλώνει, και με το συμπάθιο. Να, ας πούμε στο ποίημα της 105ης ημέρας, ο Χαρίτος λέει:

«…Χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε

Και στις ταβέρνες του Κολωνού

«Τα περιστέρια» και του «Σκρέκη»

Εφηβος μούστος βράζει

Στα βαρέλια και στο κορμί μας

Αλλά η Βάσω, με καμώματα και λιγώματα

Δεν μ’ αφήνει να μαλάξω τ’ άγουρα βυζιά της».

Ή, για την οργή, που έλεγα – στο 187ο ποίημα:

«Και θα πρέπει, δηλαδή

Να καλύψω την από δω και πέρα

Που μου απομένει ζωή

Μοναχά γράφοντας λέξεις;

Μα με γεμίζεις ανείπωτη οργή, Θεέ μου!»

…συμπληρώνει, με τον ακροτελεύτιο στίχο σαν σχόλιο στο ίδιο του το ποίημα. Σαν να είναι παρόντες, σε όλο το βιβλίο, συνδιαλεγόμενοι, και ο ποιητής και ο Χαρίτος, ο οποίος έχει την τελευταία λέξη, συνήθως ειρωνική.

Τριακόσια εξήντα πέντε ποιήματα λοιπόν, συν ένα για τα δίσεχτα χρόνια, λέει πονηρά ο ποιητής στον τίτλο, μ’ αυτό το ανεπανάληπτο υπομειδίαμα να αναβοσβήνει στην άκρη των χειλιών του, για να διευκρινίσει πειρακτικά, σαν παιδί που αστειεύεται: «ιδιωτική μυθολογία».

Δηλαδή, εκείνη η μυθολογία που ακολουθεί το βιολογικό κύκλο του ανθρώπου και των εποχών, με το Καλοκαίρι να διαδέχεται την Άνοιξη, και το Φθινόπωρο να δίνει τη σκυτάλη στο Χειμώνα – καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει στην αρχή, όταν είναι ακόμη νέος, και μετά γερνά όταν το τέλος πλησιάζει, όταν το αναπόδραστο τέλος μετατρέπει την προσωπική μας ιστορία σε μύθο, κι αυτόν σε θρύλο.

Όπως όλοι μας, έτσι κι ο Χαρίτος πλησιάζει προς το τέλος, βρίσκεται σε οριζόντια πτώση, όπως έλεγε κι ο Μπαρτ, αλλά ενώ εμείς κοιτάμε δεξιά κι αριστερά από τα παράθυρα του οχήματος της ζωής μας, ο ποιητής πλέον κοιτά μόνο εμπρός, συμβουλευόμενος συχνά το καθρεφτάκι που δείχνει το παρελθόν του. Εμείς περί πολλών τυρβάζουμε – ο Χαρίτος εκδίδει ποιητικές συλλογές.

Τα ποιήματά του λοιπόν είναι σπουδή θανάτου; Όχι. Ναι. Ίσως. Ερωτική σπουδή στο θάνατο, θα ήταν το πιο σωστό. Ακούστε το ποίημα 113:

«Ροκανίζω το υπόλοιπο αποταμίευμά μου

Κυρίως λέξεις εύκολες, μνήμες επίμονες

Σχέδια αραχνιασμένα και οπωσδήποτε

Υποσχέσεις ανεκπλήρωτες

Τα επιτόκια των ελπίδων καταρρέουν από καιρό

Κεφάλαιο μαζί και τόκοι

Δεν κάνουν ούτε έναν οργασμό.»

 

Σπουδή ζωής ίσως, καθώς η ποιητική του Χαρίτου δεν είναι πλέον φλεγόμενη, όπως ας πούμε στους «Άφαντους», την προηγούμενη συλλογή του, αλλά διάπυρη σίγουρα. Η φωτιά του έχει χωνέψει, και τώρα, στα λευκοπυρωμένα κάρβουνα της τέχνης του , ο Χαρίτος μεταλλουργεί τους στίχους του σε μικρότερο καλούπι.

Αυτή η συγκλονιστική συντομία – τα περισσότερα δεν υπερβαίνουν τους τέσσερις στίχους – ασφαλώς θυμίζει χαϊκού. Αυτά λοιπόν τα έρρυθμα αποφθέγματα, αυτά τα έμμετρα επιγράμματα ξεσκίζουν, και να με συμπαθάτε, όλους τους κανόνες του ποιητικού, και καμιά φορά κοινωνικού, καθωσπρεπισμού.

Σαν να έχει λιγότερα πράγματα να χάσει, και σχεδόν τίποτα για να ντραπεί, ο Χαρίτος σ’ αυτό το βιβλίο είναι πιο τολμηρός, πιο αψύς, αλλά πότε – πότε, και πιο βελουδένια κοφτερός, αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο. Τίποτα δεν γλιτώνει από την ποίησή του – τίποτα. Πρώτα και κύρια ο εαυτός του, με τον οποίο ο Χαρίτος έχει γελάσει, έχει διασκεδάσει, αλλά κι έχει τσαντιστεί πάρα πολύ καταπώς φαίνεται, ελέγχοντάς τον κυρίως όχι γιατί έκανε πράγματα που δεν έπρεπε, αλλά γιατί δεν έκανε τα πράγματα που λαχτάρησε να κάνει…

Στο εύρος της θεματικής του είναι ο εαυτός του λοιπόν, μετά οι άνθρωποι που αγάπησε, οι φίλοι κι οι γυναίκες που άφησαν τη μυρωδιά και το σχήμα του κορμιού τους στα ψυχικά του σεντόνια. Ύστερα βέβαια η δουλειά, η πολιτική, η κοινωνία, και βέβαια οι ποιητές και η ποίηση.

«Γράφοντας ποίηση

Μ’ αηδόνια δανεικά»…λέει, στο ποίημα της 21ης μέρας, αλλά μονο δανεικά δεν είναι τα αηδόνια που κελαηδούν στο ποίημα 119:

 

«Γυμνό και αγλαό το κορμί σου αναδύεται

Μέσα απ’ τα θραύσματα του θεοφόρου ήλιου

Και στην ιεροσύνη του φωτός πάλλεται.

Όνειρο που νείρεται μέσα σε άλλο όνειρο.»

 

Πιο ώριμος από ποτέ, πιο συμπυκνωμένος, με το χιούμορ του να έχει τη στιλπνότητα, αλλά και την επικινδυνότητα δερμάτινου μαστιγίου, ο Χαρίτος, τώρα, στο χειμωνιάτικο πρωινό φως της δημιουργίας του, καθαρός πλέον, έχοντας κάψει όλες τις σκουριές του,  έχει κερδίσει το δικαίωμα, μετά από τόσα ποιήματα, μετά από τόση δουλειά και τόσα παιδιά και τόσα γραφτά, να βαράει το χέρι του στο τραπέζι, μιλώντας για τη ζωή:

Το ποίημα της 191ης μέρας λέει:

«Χέστες είναι οι αυτόχειρες.

Εγώ κι η σύφιλη που λέγεται ζωή

Είμαστε οι γενναίοι.»

 

Και τίποτα άλλο να μην είχε γράψει ο Δημήτρης ο Χαρίτος, αυτή η συλλογή θα έφτανε για να τεκμηριωθεί η ποιητική του βαρύτητα. Όχι, όχι βαρύτητα – μάλλον αντιβαρύτητα, αυτή η μυστηριώδης δύναμη που κάνει τα ποιήματά του  να ασφυκτιούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου, να θέλουν να βγουν έξω στο φως και τον αέρα, για να αποικίσουν κι άλλα μυαλά, κι άλλες καρδιές, ζώντων και τεθνεώτων.

«-Μα για ποιον γράφουμε ποιήματα;

-Για τους νεκρούς, του απαντώ με πείσμα».

 

 

* «Πούρα γεμιστά» (διηγήματα) – Βασίλης Τσιαμπούσης (εκδόσεις Εστία, 2017)

 

«…έχω να πω ότι οι λογοτέχνες, όταν γράφουν, αγωνιούν –σαν τον Δουμά πατέρα ας πούμε- μόνο για την προσωπική τους δικαίωση. Την οποία κερδίζουν όταν το κείμενό τους συναρπάζει το αναγνωστικό κοινό. Αλλιώς η ιστορική ακρίβεια, οι έρευνες και τα αδιάσειστα στοιχεία δεν φτάνουν από μόνα τους για να σώσουν τη δουλειά τους από το να καταλήξει στο καλάθι των αχρήστων».

Αυτή είναι η κατακλείδα της απαντητικής επιστολής του Βασίλη Τσιαμπούση σε κάποιον αναγνώστη του, ο οποίος έψαξε με τον μεγεθυντικό φακό τις ιστορικές και πραγματολογικές πληροφορίες που έχει εντάξει ο συγγραφέας στο διήγημά του «Πούρα γεμιστά».

Σ’ αυτό το διήγημα, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, στα «Πούρα γεμιστά», που έδωσαν το εντυπωσιακό όνομά τους στη συλλογή διηγημάτων, μια έκδοση του βιβλιοπωλείου της Εστίας, ο Τσιαμπούσης αφηγείται την ιστορία της προτίμησης του Ουίνστον Τσόρτσιλ σε κάποια πολύ ιδιαίτερα πούρα, που μπορεί και να ήταν γεμιστά.

Αυτό πάει να πει, για όσους δεν γνωρίζουν, πως μπορεί, εκτός από τους εκλεκτούς μπασμάδες, τα πούρα να περιείχαν και ίχνη ινδικής καννάβεως, κάτι που, σύμφωνα με τον συγγραφέα και εν αντιθέσει με τον ιστοριοδίφη αναγνώστη του, θα εξηγούσε την απόφαση του Βρετανού πρωθυπουργού να παραμείνει η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη σε ελληνικά χέρια, στα ίδια χέρια που παρήγαν αυτό το μοναδικό χαρμάνι που τόσο γοήτευσε τον Πατέρα της Νίκης.

Προσωπικά δεν ξέρω εάν αληθεύει κάτι τέτοιο, ή κατά πόσον αληθεύει, αλλά δεν με νοιάζει, κυρίες και κύριοι.  Έχει δίκιο ο Τσιαμπούσης- οι λογοτέχνες οφείλουν να αφηγούνται μια ωραία ιστορία, αλλιώτικα οι αναγνώστες τους θα την πετάξουν στα σκουπίδια. Οι ιστορικοί, από την άλλη, οφείλουν να είναι επιστημονικά ακριβείς. Οι ρόλοι των μεν και των δε είναι διακριτοί, παρόλο που καμιά φορά οι γεωμετρικοί τους τόποι τέμνονται: απ΄τη μια οι Ιστορικοί, ναι μεν βασίζονται στις πηγές, αλλά εν τέλει δημιουργούν τη δική τους εκδοχή, το δικό τους αφήγημα της Ιστορίας, ενώ οι συγγραφείς χρειάζονται τα ιστορικά στοιχεία, τα γεγονότα, για να αρτύσουν το αποκύημα της φαντασίας τους με όση αληθοφάνεια χρειάζεται για να νοστιμέψει.

Και ο Τσιαμπούσης, ο πεζογράφος που ταιριάζει μια χαρά σήμερα εν μέσω δύο ποιητών, κάνει ακριβώς αυτό, φίλες και φίλοι: γεμίζει τα ρεαλιστικά του πούρα με ίχνη μυθικής καννάβεως, που, για κοιτάξτε τώρα, έχουν το άρωμα και τη γεύση αυτής εδώ της πόλης, της ωραίας Δράμας, όπου παραδοσιακά ανθούσαν και ευδοκιμούσαν τα καπνά, τα γράμματα και τα αυτοφυή φυτά, καταπώς με πληροφορούν παλιοί Δραμινοί…

Τέλος πάντων, τα «Πούρα γεμιστά» είναι μια συλλογή διηγημάτων που εμφορείται από κάποιες βασικές αξίες. Έχει χιούμορ, φαντασία, γλαφυρότητα, αμεσότητα, ανθρωπιά, αίσθημα, ακόμα και ευλάβεια – το τελευταίο διήγημα είναι ο κατά Τσιαμπούση βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, κάτι που, ομολογώ, με ξάφνιασε, αν και η ζωή της ήταν όντως μυθιστορηματική: ας πούμε, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είναι κακό, γιατί είναι αμαρτία να είσαι έκδοτος σε ηδονές, αλλά, οκέι, ανεξερεύνητες οι βουλές του Υψίστου.

Πέρα όμως από τη θρησκεία, και τα σχετιζόμενα με αυτή, όπως ο μοναχισμός και η ψαλτική, που φιγουράρουν σαν θεματικές στο βιβλίο, ο Τσιαμπούσης μιλά για τη ζωή και το θάνατο, για την φιλία και τον έρωτα, για τη σωτηρία της ψυχής και τις διαψευσμένες ελπίδες, για τους δρόμους που θα είχε πάρει η ζωή μας εάν είχαμε κάνει τις σωστές, ή τέλος πάντων, διαφορετικές επιλογές.

Μιλά για τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, για το στρατό και την πολιτική, για τη Χούντα και τις κομπίνες, για τα λαμόγια και τους ακροδεξιούς, για ένα σωρό πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις που απαρτίζουν αυτό που λέμε ελληνική πραγματικότητα, και μάλιστα, μακεδονίτικη, κυρίως, πραγματικότητα, μιας και πολλά από τα διηγήματά του χαρακτηριζονται από μια σαφή εντοπιότητα: απ΄τους οπαδούς της Μπαοκάρας, μέχρι τους θαμώνες ενός παλιοκαφενέ στη Δράμα, που φουμάρανε τσιγαρλίκια.

Κάποια από τα διηγήματά του είναι ξεκαρδιστικά κατά ένα συγκλονιστικά τραγικό τρόπο, όπως το «Αυθαίρετο», στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται την απίστευτη ιστορία ενός χαροκαμένου πατέρα, ο οποίος χτίζει ένα αυθαίρετο υπόστεγο πάνω από τον τάφο του νεαρού γιου του, όπου περνά τις ώρες του. Όταν τελικά το αυθαίρετο κτίσμα κατεδαφίζεται, ο πατέρας βρίσκει τη λύση: φέρνει ένα τροχόσπιτο και το παρκάρει δίπλα στο μνήμα. Εκει καλεί και τα φιλαράκια του να πιουν κάνα κρασί κάθε βράδυ που είναι αυτός εκεί, ή να δουν «κάνα ποδοσφαιρικό αγώνα. «Έχω κεραία – πιάτο στο τροχόσπιτο και βλέπω ότ,ι γουστάρει η ψυχή μου απ ‘όλο τον κόσμο», λέει.

Όλη Η Ελλάδα, φίλες και φίλοι, όλη η ελληνική ψυχή βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το διήγημα – όλη, κομπλέ, με τις χαώδεις αντιφάσεις της. Όλη η απειθαρχία και η τρέλα και η τρυφερότητα κι ο τσαμπουκάς κι η αγάπη κι η ανάταση είναι στριμωγμένες μέσα σ’ένα διήγημα, που δεν πιάνει ούτε τρεις σελίδες – είναι, στ’ αλήθεια ένα από τα καλύτερα διηγήματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου.

Κάπως έτσι πάει το βιβλίο του Τσιαμπούση, φίλες και φίλοι. Κυλάει, τρέχει, πετάει, και κάποια στιγμή διαπιστώνεις πως τα έφαγες, τα μάσησες και τα καταβρόχθισες τα διηγήματα με τη μία, οπότε, τα ξαναπιάνεις απ΄την αρχή για να τα ευχαριστηθείς με το πάσο σου.

Ο Βασίλης λοιπόν, μπορεί να είναι ήσυχος – το συναρπαστικό του βιβλίο του έχει χαρίσει την προσωπική του δικαίωση. Είχε δίκιο ο Δουμάς πατήρ, ο οποίος, μια που τό’ φερε η κουβέντα, θα γέλαγε πολύ, εάν μάθαινε πως το επώνυμό του, Ντουμάς, (Dumas), ένας Αμερικάνος που δεν έχει και πολλή σχέση με τη λογοτεχνία, θα μπορούσε να το προφέρει και  «Νταμ ας», (Dum ass) που, σε ελεύθερη απόδοση, σημαίνει «χαζομαλάκας»…

Συγχωρέστε μου το καλαμπούρι, φίλες και φίλοι. Δεν θα το έκανα, αλλά ενθουσιάστηκα με τα διηγήματα του Τσιαμπούση, που είμαι σίγουρος πως θα με καταλάβει. Στο κάτω – κάτω αυτός έγραψε το διήγημα της συλλογής με τίτλο «η Σκούνα», από το οποίο επιτρέψτε μου να σας διαβάσω, τελειώνοντας, το εξής απόσπασμα:

«Γύρω στις έντεκα ο παπα-Θέμης πήγε στο ναό να φέρει καρβουνάκια για το θυμιατήρι και η παρέα άρχισε ν’ απαγγέλει τα δίστιχα που ο Γιώργης εκφωνούσε σε κάθε ευκαιρία. Πετούσε, δηλαδή, κάποιος ένα όνομα λογοτέχνη, ηθοποιού, ποδοσφαιριστή…η Σκούνα απαντούσε μ’έναν ομοιοκατάληκτο στίχο και κέρδιζε ένα κονιάκ, μια μπίρα ή ένα ούζο.

«Ηλίας Βενέζης!» άρχισε ο Κώστας, κι οι άλλοι απάντησαν εν χορώ: «Σ’ αγαπώ και συ με χέζεις!». Ο Φώτης θυμήθηκε το «Ιωάννης Μακρυγιάννης, σ’ αγαπώ κι εσύ με κλάνεις», κι ο Θόδωρος το «Ιωσήφ Στάλιν, εις τα «τέτοια» μας και πάλιν»…

 

 

 

*«Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων» (ποίηση) –Πολύνα Γ. Μπανά (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2017)

 

«Κάθε τόσο

Έκλεινα σ’ ένα μικρό, αεροστεγές, γυάλινο βάζο,

τα αισθήματα που δεν έδειξα,

τις σκέψεις που δεν άρθωσα,

τα λόγια που δεν εκστόμισα,

τις εξηγήσεις που δεν έδωσα,

στις κρίσιμες καμπές της ζωής μου.

 

Χρόνο τον χρόνο,

τα βάζα στοιβάζονταν

και, πλέον,

έχουν γεμίσει τα ράφια όλα της αποθήκης.

 

Πρέπει να βρω ένα μεγαλύτερο σπίτι.»

…Λέει η Πολύνα Μπανά κι εγώ σκέφτομαι πως η ποίηση, φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του Φεστιβάλ Δράμας, πως ένα βιβλίο με ποίηση είναι κάτι τέτοιο: ένα δοχείο γεμάτο σκέψεις και αισθήματα συμπυκνωμένα σε λέξεις, που έχει κάποιες πολύ συγκεκριμένες χρήσεις.

Η κυρία Μπανά στο ποίημά της «Μετακόμιση», που μόλις σας διάβασα, μιλάει για αποθήκευση του ανείπωτου, εγώ όμως θα σας πω πως ένα τέτοιο ποιητικό δοχείο, όπως το βιβλίο της, με τίτλο «Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων», από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν», θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε καταστάσεις ανάγκης.

Όταν, ας πούμε, η πολλή πραγματικότητα μας μυρίζει άσχημα. Όταν οι κοινωνικές συμβάσεις μας πέφτουν πολύ στενές, όταν ασφυκτιούμε στον κοινωνικό μας ρόλο, όταν το κομιλφό χαμόγελο που έχουμε σκαλίσει στο πρόσωπό μας αρχίζει να ραγίζει. Όταν ο εαυτός μας μάς χτυπάει απρόσκλητος την πόρτα στις τρεις το πρωί. Ή, όταν διαπιστώνουμε πως ο χρόνος τελικά δεν μας έκανε τη χάρη:

«Έσκυψα το κεφάλι

πάνω από τα βιβλία της δουλειάς

κι όταν το σήκωσα,

είχαν περάσει είκοσι (και πλέον) χρόνια.

Το ξανα-έσκυψα γρήγορα,

γιατί, πλέον, δεν (ανα)γνώριζα

μήτε τον κόσμο

μήτε αυτούς που τον κατοικούν

κι όλο αυτό μου προκάλεσε, αίφνης,

μια ελαφρά ναυτία.»

 

Αυτο ήταν το ποίημα «Ναυτία», φίλες και φίλοι, κι όπως σας είπα, όταν μας πιάνουν κάτι τέτοιες ναυτίες και ανακατωσούρες, μια εισπνοή από το δοχείο της Πολύνας Μπανά θα μας κάνει να νιώσουμε πολύ καλύτερα.  Επειδή το άρωμα που αναδύεται από το βιβλίο της, σαν να φρεσκάρει με κάποιον τρόπο τον κόσμο γύρω μας, αποφράζοντας συγχρόνως τις αναπνευστικές οδούς του εγκεφάλου, με τον οποίο προσλαμβάνουμε αυτόν τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Χιούμορ, λεπτή ειρωνεία, οξυδέρκεια, κομψότητα, ευθυβολία: ναι μεν η «Καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή που υπογράφει η κυρία Μπανά, ωστόσο φαίνεται από το σφρίγος της ποιητικής της πως υπάρχουν κι άλλα ποιήματα εκεί, απ’ όπου γεννήθηκαν αυτά εδώ, αδημονώντας να βγουν στο φως – σαν έτοιμα από καιρό.

Είμαι σίγουρος πως η Πολύνα Μπανά έχει συγκεντρώσει μπόλικη πρώτη ύλη για να αποστάξει από αυτήν τα αιθέρια έλαια των ποιημάτων της. Θέλω να πω πως η επιστημονική και επαγγελματική της καριέρα, καθώς και η ενασχόλησή της με τα κοινά, όπως διαβάζω στο βιογραφικό της, σίγουρα την έχουν τροφοδοτήσει με ένα σωρό εμπειρίες, γνωριμίες, σχέσεις και πρόσωπα, με όλο αυτόν τον κοινωνικό όγκο που κουβαλάμε όλοι στην καμπούρα μας. Σίγουρα είμαστε υπερήφανοι για όλα αυτά – είναι οι κατακτήσεις μας, ό,τι κερδίσαμε από τη δημόσια ζωή μας, αλλά δεν παύει να είναι ένας φόρτος.  Οι περισσότεροι, την αλήθεια να λέμε, δεν βλέπουμε την ώρα να ξεφορτώσουμε για να πάρουμε μιαν ανάσα – κάποιοι άλλοι όμως, όπως η Πολύνα Μπανά, ξεδιαλέγουν όλη αυτή την σκονισμένη παλιατσαρία, και κάνουν ποίηση με δαύτη.

 

 

 

 

 

Για το γραφείο τύπου

Ευάννα Βενάρδου

6932906657

25210-27435

Email: press@dramafilmfestival.gr