Επιλογή Σελίδας

ΑΙΘΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ 18/09/2018

Tρεις πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, νέοι στην ηλικία, πρωταγωνίστησαν σήμερα στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια. Ο συγγραφέας-δημοσιογράφος Παύλος Μεθενίτης υποδέχτηκε τους μυθιστοριογράφους Βίβιαν Στεργίου και Ηλία Μωραϊτη και την διηγηματογράφο Marta Silvia Dios Sanz.

Η Βίβιαν Στεργίου, η νεότερη όλων, είπε πως δεν ήθελε να μιλήσει για την γενιά της, τη γενιά των εικοσάρηδων, «όπως μας βλέπουν ή μας φαντάζονται. Ήθελα να μιλήσω για τους “άλλους”, τους γκέι, τους ξένους, τους “περίεργους”, όλους όσους η κοινωνία έχει απέναντι. Ήθελα να μειώσω αυτήν την απόσταση…».

Ο Ηλίας Μωραϊτης, φιλόλογος στο επάγγελμα, ο οποίος ζει στην Ξάνθη, θέλησε να γράψει ένα θρίλερ, «είδος όχι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο στην Ελλάδα, που ωστόσο έχει διεθνώς ένα φανατικό κοινό». Το βιβλίο του, με ήρωα έναν συγγραφέα, χαρακτηρίζεται από διαρκείς ανατροπές και καταιγιστική δράση.

Η Marta Silvia Dios Sanz είναι ελληνίστρια από την Αργεντινή η οποία βίωσε, όπως είπε, την ενάσχολησή της με τον ελληνικό πολιτισμό ως «μια δεύτερη γέννηση». Μιλώντας άπταιστα ελληνικά (είναι άλλωστε μεταφράστρια) περιέγραψε το πώς άλλαξε η ζωή της όταν είδε την ανατολή του ηλίου πάνω από τους Δελφούς.

«Καθώς βρίσκομαι στο μεταίχμιο Ελλάδος και Αργεντινής, γράφω για να επαναπροσδιορίσω την ταυτότητά μου», εξήγησε.

Ακολουθούν αυτούσιες οι παρουσιάσεις του Παύλου Μεθενίτη για τα τρία βιβλία:

*«Μπλε Υγρό» (διηγήματα) –Βίβιαν Στεργίου  (εκδόσεις Πόλις, 2017)

Φίλες και φίλοι των Αίθριων Λογοτεχνικών Μεσημεριών του 41ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, θέλω να δηλώσω ευθαρσώς, πως υπάρχει ελπίδα. Το ξέρω πως ακούγομαι κάπως αφοριστικός, και σίγουρα θα στενοχωρήσω τους επαγγελματίες απαισιόδοξους και τους καθ’ έξιν κλαψιάρηδες, αλλά υπάρχει ελπίδα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί νέοι άνθρωποι, εικοσάρηδες, όπως η Βίβιαν Στεργίου, γράφουν βιβλία όπως το «Μπλε υγρό», τη συλλογή διηγημάτων, από τις εκδόσεις Πόλις.

Τί είναι αυτό το «μπλε υγρό»; Θα σας πω στο τέλος. Κατ’ αρχάς ακούστε κάποια ωραία πράγματα που έγραψε η Στεργίου για το brain drain, τη διαρροή εγκεφάλων, των Ελλήνων επιστημόνων στην αλλοδαπή, εξαιτίας της κρίσης, στο διήγημα «Πέρασμα»: «Γαμημένε μπλε ουρανέ, για εξακόσια πενήντα βασικό μας κρατάς στη φάκα». Και παρακάτω: «Γαμιέσαι Ακρόπολη! Γαμιέσαι πάρα πολύ, Ακρόπολη! Εσύ φταις που άφησα το παραδάκι! Δυόμισι χιλιάρικα καθαρά στη μακρινή Σουηδία. Γαμιέσαι, λέω!»…

Λοιπόν, όπως ακούσατε, η πένα της Στεργίου παράγει πρόζα στακάτη, γρήγορη, πού ‘χει την χάρη ενός σφυριού που μπήγει ένα καρφί σε μαλακό ξύλο. Η Βίβιαν βγάζει ιστορίες μέσα απ’ το κεφάλι της, όπως «βγάζεις μια ακίδα από το πέλμα», δηλαδή με ανακούφιση, με ηδονή – φαίνεται πως θα είναι πολλές στριμωγμένες εκεί μέσα…

Ο αναγνώστης ξαφνιάζεται ευχάριστα με το χιούμορ, τον κυνισμό και τη φαντασία της γραφής, που ενισχύονται από την παρατηρητικότητα και την οξυδέρκεια της συγγραφέως. Η Βίβιαν, με δυο λόγια, γράφει καλά, χορταστικά, χωρίς να πελαγοδρομεί σε μακροσκελείς περιγραφές, ούτε και να θαλασσοδέρνεται, από την άλλη, σε αδιέξοδες ομφαλοσκοπήσεις.

Πιστεύω πως είναι μια από τις καλύτερες πένες της γενιάς της, αυτής της γενιάς με τα πολλά μηδενικά, της τρίτης χιλιετίας… Τα διηγήματά της, μπορείτε μια χαρά να τα εκλάβετε ως τηλεγραφήματα προς  τις επόμενες γενιές – έτσι σκέπτονταν οι γονείς μας, θα λένε τα παιδά που γεννιούνται σήμερα, όταν γίνουν είκοσι χρονώ.

Να συμπληρώσω πως είναι επίσης, τα γραφτά της Στεργίου, κάπως σαν οδηγίες προσανατολισμού, κάτι σαν οδικός χάρτης για τους προηγούμενους – εγώ, ας πούμε, την περνάω ακριβώς τριάντα χρόνια, και μέσα από τις σφύζουσες σελίδες της βλέπω το μυαλό και τη ψυχή των εικοσάρηδων. Και σαν γνήσιος παλιόγερος, θα γκρινιάξω κιόλας, αλλά όχι ακόμα  – σε λίγο.

Λοιπόν, στο διήγημά της «Απολύμανση», το μπλε στοιχείο είναι η θάλασσα. Η συγγραφέας περιγράφει με οξύ, διεισδυτικό χιούμορ την μετεφηβική-νεανική ηλικία των ανθρώπων της γενιάς της, που αναγκάζονται να καταπιούν την πραγματικότητα σαν φάρμακο….

Ο ήρωάς της, ένας νέος με καταπιεσμένη ομοφυλόφιλη ταυτότητα δουλεύει σε μια τουριστική επιχείρηση. Εδώ η Στεργίου γράφει κάποιες καλές σελίδες για τα παιδιά που ενηλιώνονται με το πάσο τους. Ας πούμε, το παιδικό δωμάτιο του ήρωα είναι ένα μικρό «κουτί» που κρατήθηκε όταν το  «πράγμα», (ο ένοικός του), κατασκευάστηκε και αγοράστηκε…Στο ίδιο κουτί θα επιστρέψει το «πράγμα», όταν κλείσει τον κύκλο του, όταν δηλαδή αποτύχει παταγωδώς στην εκπλήρωση των στόχων του… Ωστόσο, μια σκέψη παραμένει κρυμμένη σαν «ύπουλη σκόνη»: ο πατέρας του έπαθε έμφραγμα επειδή ο ίδιος κάνει πίπες, σκέφτεται ο ήρωας, που μπορεί μεν να ξεσκατίζει αλλότριες τουαλέτες, κερδίζει όμως την εκτίμηση του εαυτού του, όταν αποδέχεται την κλίση του, γονατίζοντας μπροστά σ’ ένα τουρίστα.

Φίλες και φίλοι, αυτή η ιστορία με τη «χαμένη γενιά» ας τελειώσει τώρα. Καθόλου χαμένη η γενιά της Στεργίου: βλέπει μια χαρά το ίδιο άθλιο και στραβό αστικό περιβάλλον που βλέπαμε εμείς – εκείνη η Σόλωνος ασφαλώς δεν θα ισιώσει ποτέ- αλλά δεν αγχώνεται. Δεν επείγεται να μεγαλώσει, έχει τις πρέπουσες ενοχές ώστε να μη καταντήσει μια γενιά από κωλόπαιδια, και ξέρει να περνάει καλά. Επιπλέον, διαθέτει και δυο-τρεις καλούς γραφιάδες, όπως η Βίβιαν, μπορεί και περισσότερους, για να την εξυψώσουν και να την απαθανατίσουν, για να’ χει κάτι να θυμάται όταν οι σημερινοί εικοσάρηδες λάβουν το λογαριασμό που θα τους στείλει ο χρόνος.

Μην τη λυπάστε τη γενιά της: η Στεργίου και οι συνομήλικοί της θα κάνουν καλύτερα λάθη από εμάς. Μην τους λυπάστε: ξέρουν μεν ότι η ζωή όντως δεν είναι γραμμική, αλλά είναι πολύ νέοι για να γνωρίζουν πως είναι και απίστευτα σύντομη – απίστευτα. Παρόλο που αρχίζουν ήδη να σπουδάζουν τη γνώση του θανάτου. Ήδη, κάποιοι, έχουν τους νεκρούς τους: ο σκύλος τους, η γιαγιά τους, ίσως κι ο μπαμπάς…

Και μια που μιλάμε για μπαμπάδες, μια υπέροχη καρικατούρα της αγνής και τιμίας επαρχιακής οικογένειας σκιαγραφείται από τη Στεργίου στα «Φτερά χήνας» – η συγγραφέας δεν παραλείπει να προβάλλει τον ρατσισμό, τη ξενοφοβία, την αυταρχικότητα και την αφόρητη μπαναλιτέ της ελληνικής φαμίλιας. Όλο το διήγημα θα μπορούσε να συνοψισθεί σε δέκα λέξεις: «άντε και γαμηθείτε, εγώ γλίτωσα απ’ όλα αυτά τα σκατά!».

Πάντως, το προνομιακό πεδίο μυθοπλασίας της Βίβιαν είναι βέβαια η πόλη – είναι ο παραμυθένιος κόσμος της, με τα τέρατα και τα ξωτικά της, του δράκους και τις νεράιδες της. Και εντός όλων αυτών, τα αγαπημένα θέματα της συγγραφέως πλέκονται πάλι και πάλι: η ερωτική ταυτότητα, το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, οι ασφυκτικές προσδοκίες της οικογένειας. Μια μετεφηβική και νεανική επανάσταση, τεκμηριωμένη σε στέρεο λογοτεχνικό υπόστρωμα: ένας σπάνιος συνδυασμός.

Ας πούμε, στο διήγημα «η Δήμητρα έχει αποφασίσει να είναι πολύ ευτυχισμένη», η Στεργίου περιγράφει τις σκέψεις μιας κοπέλας. Η ηρωίδα της διαπερνά αυτή την παρδαλή φαντασμαγορία της γειτονιάς σαν να είναι βελόνα, υφαίνοντας πάνω της, πάνω στη βρόμα, την μιζέρια, την πλήξη και το αδιέξοδο των κατοίκων της το δικό της μοτίβο. Η κοπέλα διαβάζει, πίνει καφέ, πάει σινεμά, τρώει – ενεργεί σαν να είναι μόνη της, σαν να είναι η πραγματικότητα γύρω της ένα σκηνικό, κι η ίδια, η αληθινή μυθιστορηματική ηρωίδα της ζωής της.

Η συγγραφέας μιλά για την ενηλικίωση στο διήγημα «Ριάλιτι». Τί σημαίνει ενηλικίωση; Να αποφασίσει ο ήρωάς της, η ίδια και η γενιά της να μην μισεί τους γονείς της, αλλά ούτε και να τους μοιάζει. Δεν διαφωνώ… Όταν μάλιστα ένας από τους πιο θλιβερούς και συνάμα αστείους τρόπους που έχουν οι γονείς (όπως εγώ και πολλοί απ’ τη δική μου γενιά) για να αντέξουν την όλη κατάσταση της κρίσης και της περιρρέουσας μπίχλας, είναι να φαντασιώνονται ότι πρωταγωνιστούν σε ριάλιτι. Ότι κάποιος τους παρατηρεί: το κοινό, ας πούμε , ή ο Θεός, στην περίπτωση του ήρωα.

Όμως, «τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», όπως έλεγε ο Γέρος του Βουνού, ο Αρχηγός των Ασασίνων, των χασισοποτών δολοφόνων, διά στόματος Γουίλιαμ Μπάροους, κλείνοντάς μας το μάτι.

Η γενιά της Στεργίου, που άρχισε να καταλαβαίνει τον κόσμο μέσα στην κρίση, ελπίζω να τα καταφέρει καλύτερα. Μέχρι δηλαδή να φάει το πακέτο της διαιώνισης του είδους, και τότε να δούμε και τη δική της τη μαγκιά. Αρκεί να ζούμε βέβαια, εγώ και η γενιά μου, τότε.  Να ζούμε πρώτον, και να μην έχουμε χαθεί σε κάνα ιδιωτικό ριάλιτι, δεύτερον. Κι εντέλει, ελπίζω διακαώς, τα παιδιά της γενιάς της Στεργίου να αμφισβητήσουν με παρόμοιο βιτριολικό χιούμορ υψηλής καυστικότητος, τια γιαγιάδες, τους παππούδες, τις μανάδες και τους πατεράδες τους, που έβγαζαν, τότε, παλιά, την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, το μπλε υγρό του φόβου. Εύχομαι να ατο κάνουν, για να συνεχίσει να υπάρχει η ελπίδα, φίλες και φίλοι, η ελπίδα που έλεγα στην αρχή.

*«Σκληρές αλήθειες» (μυθιστόρημα) – Ηλίας Μωραΐτης (εκδόσεις Ψυχογιός, 2017)

Φίλες και φίλοι, τα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Φεστιβάλ Δράμας δεν είναι μονοθεματικά: προσπαθούμε να παρουσιάζουμε βιβλία από σχεδόν καθε κατηγορία του γραπτού λόγου: ποίηση, δοκίμιο, μυθιστόρημα. Κι ακόμα περισσότερο, καλούμε συγγραφείς που διακονούν τα πολλά και διαφορετικά είδη του πεζού λόγου. Έτσι, έχουμε σήμερα στο πάνελ τον Ηλία τον Μωραΐτη, ένα νέο συγγραφέα, νέο στην ηλικία και στην λογοτεχνική του θητεία, ο οποίος έχει γράψει ένα ωραίο ψυχολογικό θρίλερ.

Πριν πω οτιδήποτε για το βιβλίο, επιτρέψτε μου δυο εντελώς επουσιώδη σχόλια, που δεν άντεξα να μην τα κάνω, όχι ως αναγνώστης,  αλλά ως βετεράνος μοτοσικλετιστής: πρώτον, εάν αφήσεις μία μηχανή, ακόμα και ένα κλασικό Χόντα σι μπι εφτάμισι σε ένα υπόγειο για τρία χρόνια, και πας να το ξεκινήσεις, αυτό δεν θα πάρει μπροστά. Κι αν ακόμα, με κάποιο μαγικό τρόπο, πάρει, σίγουρα δεν θα μπορέσεις να το καβαλήσεις και να φύγεις αμέσως, το Θεό μπάρμπα να’ χεις. Και δεύτερον, η θρυλική Χαγιαμπούσα δεν είναι Καβασάκι, αλλά Σουζούκι, φίλε Ηλία.

Τούτων δοθέντων, να επανέλθω στην ουσία, και να πω πως γενικώς αποφεύγω τους πολλούς χαρακτηρισμούς – τα έργα του λόγου δεν είναι έντομα που ταξινομούνται αυστηρά σε ομοταξίες και συνομοταξίες… Τα βιβλία είναι τα χάρτινα ρούχα που φοράει το πνεύμα για να εμφανιστεί ενώπιόν μας, και το πνεύμα, ως γνωστόν, κατά λέξη σημαίνει πνοή, φύσημα, άνεμος, από το ρήμα πνέω, που σημαίνει φυσώ. Δεν μπορείς να σφραγίσεις ένα πνεύμα, όπως δεν μπορείς να δέσεις τη Μεσόγειο με σκοινιά, έτσι δεν είναι;

Συνεπώς, όποια ταμπέλα και να του βάλεις, ένα βιβλίο είτε έχει κάτι να σου πει, με τη δική του γλώσσα και τον δικό του τρόπο, είτε όχι, και το μυθιστόρημα του Μωραΐτη μου είπε πολλά πράγματα, φίλες και φίλοι.

Ένα βιβλίο μέσα σ’ ένα βιβλίο, μέσα σ’ ένα τρίτο: οι «Σκληρές Αλήθειες», του Ηλία Μωραΐτη από τις εκδόσεις Ψυχογιός, αφηγούνται την ιστορία μιας κοπέλας, της οποίας οι γονείς έχουν κάποια σκοτεινή σχέση με ένα συγγραφέα, η οποία σχέση περιγράφεται συγκεκαλυμμένα στο σχεδόν αυτοβιογραφικό βιβλίο που έγραψε αυτός. Η κοπέλα, η ηρωίδα που το διαβάζει, όπως και εμείς, οι αναγνώστες, βλέπει πως αυτό το μυθιστορηματικό βιβλίο έχει σαν ήρωα ένα φοιτητή της Φιλοσοφικής, ο οποίος έχει γράψει ένα βιβλίο…

Αν μπερδευτήκατε λίγο, καλώς – σ’αυτό αποσκοπούσε, έχω την αίσθηση, ο Μωραΐτης, στην αρχική σύγχυση του αναγνώστη, ώστε όταν μπει αυτός στο ζοφερό, παθιασμένο σύμπαν του συγγραφέα, να έχει χαμηλωμένες τις άμυνές του.  Ένα βιβλίο λοιπόν μέσα σ’ ένα άλλο, μέσα σ’ ένα τρίτο: αυτή η κατοπτρική θεώρηση της λογοτεχνίας μέσα από τη ζωή, ή της ζωής μέσα από τη λογοτεχνία, φαίνεται να ευνοεί τις αφηγηματικές και μυθοπλαστικές δεξιότητες του Ηλία, που ναι μεν έχει θητεύσει στην ποίηση, κι έχει βραβευτεί μάλιστα με έπαινο από την Εταιρία Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου, ωστόσο το μυθιστόρημα αυτό, οι «Σκληρές Αλήθειες», είναι το πρώτο του.

Στρωτή γλώσσα, ψύχραιμη αφήγηση, υπομονετικό χτίσιμο της πλοκής: ο Ηλίας συνθέτει μεθοδικά το μύθο του, και αν φαίνεται απλός στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, σίγουρα δεν είναι απλοϊκός.  Έχει ρυθμό και μέτρο, και κερδίζει την προσοχή του αναγνώστη με τη δύναμη των εικόνων του και τη διαύγεια των χαρακτήρων του, που είναι υποχείρια των ενστίκτων τους: επιβίωση, αυτοσυντήρηση και διαιώνιση του είδους. Όπως όλοι μας άλλωστε…

Τώρα, δομικά, έχω τη αίσθηση ότι ο συγγραφέας έχει κατασκευάσει ένα παραδοσιακό θρίλερ. Η μυστηριώδης, αμαρτωλή, πανέμορφη κοπέλα, που βλασταίνει μέσα στον κοινωνικό βούρκο σαν σαρκοφάγο άνθος, τα άγρια αρσενικά που την περιστοιχίζουν προσμένοντας το γλυκό της δάγκωμα, ο νεαρός ήρωας και διεκδικητής που πολεμά αυτήν και γι’αυτήν με τη ρομφαία του έρωτός του, οι μέντορές του που του συστήνουν φρόνηση, η καλή και απλή κοπέλα που του προσφέρεται ώστε αυτός να απαγκιστρωθεί από τις αγκάλες και τις αγκύλες της πρώτης, όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν ένα μυθιστορηματικό πεδίο που θα μπορούσε κανείς να το συναντήσει ακόμα και σε ιπποτικά μυθιστορήματα.

Όμως! Εδώ μπαίνει στο προσκήνιο, φίλες και φίλοι, ένα μεγάλο «όμως»! Όλα αυτά εάν περιορίζονταν στη πρώτη εντύπωση της σχηματικής μορφής, δεν θα είχαν τη δύναμη που αποδεικνύεται πως έχουν, καθώς, προϊούσης της πλοκής, σχεδόν τα πάντα αντατρέπονται. Και γι’ αυτό το λόγο το βιβλίο του Ηλία μπορεί να χαρακτηριστεί ως θρίλερ μυστηρίου. Οι απρόσμενες και θεαματικές αλλαγές σε ό,τι ο αναγνώστης θεωρεί αρχικά δεδομένο και γνωστό, είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτού του είδους.

Όμως, όπως σας είπα, δεν μετράει και τόσο η κατάταξή του, όσο η αναγνωστική απόλαυση που αυτό -και κάθε άλλο- βιβλίο δημιουργεί. Και βέβαια δεν πρόκειται να σας αποκαλύψω αυτές τις ανατροπές – δεν θα κάνω εγώ σπόιλερ στο βιβλιο του Μωραΐτη. Στ’ αλήθεια δεν έχω να πω τίποτα άλλο για τις Σκληρές Αλήθειες – έτσι κι αλλιώς όλες οι αλήθειες, είτε πικρές είναι αυτές, είτε σκληρές, είτε και τα δύο, όπως είναι συνήθως οι αλήθειες, τελικά βρίσκουν το κοινό τους, και δικαίως, όπως το βιβλίο του Ηλία Μωραΐτη.

* «Το μαρμάρινο δάκρυ κι άλλες ιστορίες», διηγήματα της Marta Silvia Dios Sanz, σε μετάφραση Κονστάνς Ταγκόπουλος από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Φίλες και φίλοι, στα εφτά χρόνια που παρουσιάζω βιβλία και τους συγγραφείς τους, εδώ στα Αίθρια Λογοτεχνικά Μεσημέρια του Φεστιβάλ Δράμας, δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει άλλη περίπτωση παρόμοια με αυτή της κυρίας Μάρτα Σίλβια Ντίος Σανζ, που κάθεται δίπλα μου.

Η κυρία Σανζ είναι από την Αργεντινή, γεννημένη στο Μπουένος Άιρες, αλλά μετέχει της ελληνικής παιδείας εδώ και πολλά χρόνια – από αυτή την άποψη είναι, ουσιαστικά, μια επίτιμη Ελληνίδα, με τα πλέον έγκυρα και ισχυρά διαπιστευτήρια: τον έρωτά της για το ελληνικό πνεύμα, και τον πόνο που έδωσε για το κατακτήσει, τον κόπο που κατέβαλε για να το οικειοποιηθεί.

Αυτός ο έρωτας έχει καρποφορήσει ποικιλοτρόπως: σπουδές Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, Φιλολογία στο Καποδιστριακό, πολυάριθμες διδασκαλίες σε σεμινάρια σε Ελλάδα και Αργεντινή, διαλέξεις, όπου πλέκονται αρμονικά ο Καζαντζάκης με τον Άστορ Πιατσόλα, ο Μπόρχες με τον Παπαδιαμάντη και το τάνγκο με τον νόστο, άρθρα πολλά σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά κι από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, και βέβαια λογοτεχνική συγγραφή, κυρίες και κύριοι. Μιλώ για πολυβραβευμένα διηγήματα, y otras historias, και στις δύο πανέμορφες γλώσσες. Όπως αυτό το βιβλιο που έχω την τιμή να σας παρουσιάζω σήμερα,  «Το μαρμάρινο δάκρυ κι άλλες ιστορίες», σε μετάφραση Κονστάνς Ταγκόπουλος, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Η κυρία Σανζ είναι ελληνίστρια, λέει το βιογραφικό της. Εγώ θα έλεγα πως η Μάρτα Σίλβια Ντίος Σανζ είναι μία πύλη. Είναι μια δίοδος. Και όχι μόνο, προφανώς, μία γέφυρα μεταξύ Αργεντινής και Ελλάδας, μεταξύ της Αμερικανικής και της Ευρωπαϊκής ηπείρου, αλλά μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Η κυρία Σανζ κοιτά τον Παρθενώνα σήμερα, και βλέπει πράγματα που η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων δεν διακρίνουν – αφήστε που για να διακρίνεις κάτι πρέπει να μπεις στον κόπο να πας να το παρατηρήσεις, κι ας μην μιλήσουμε τώρα για το πόσοι από τους νεοέλληνες, ή ακόμα χειρότερα, από τους Αθηναίους, έχουν ανέβει στην Ακρόπολη…

Λοιπόν, η κυρία Ντίος Σανζ δεν κοιτά μόνο, αλλά βλέπει κιόλας, κυρίες και κύριοι. Κάπως, με ένα μαγικό τρόπο, λυγίζει το ευθύγραμμο άνυσμα του χρόνου, και ξαναγυρίζει στις απαρχές. Πηγαίνει πιο πίσω ακόμα και από την στιγμή που ο γλύπτης δίνει κίνηση, ζωή και αίσθημα στο μάρμαρο, και εισχωρεί σ’ εκείνο το αχρονικό, ονειρικό πεδίο, όπου γεννιούνται οι μύθοι και οι θρύλοι.

Στο διήγημα που έδωσε το όνομά του στη συλλογή, στο «Μαρμάρινο δάκρυ», ο αναγνώσττης παθαίνει μια πλάκα ευθύς εξαρχής, και να με συμπαθάτε.  Γραμμένο σε μια κρυπτική, ποιητική γλώσσα, περιγράφει την αναζήτηση ενός ήρωα, που είναι το όνειρο ενός ονείρου, μέσα στα ζώντα Μάρμαρα του Παρθενώνα, ή μάλλον στις ψυχές που είναι φυλακισμένες εντός τους.

Η κυρία Σανζ φτάνει βαθιά, πολύ βαθιά,  φίλες και φίλοι, αποδεικνύοντας πως, ναι, ο έρωτας για ένα πρόσωπο ή έναν πολιτισμό, για μια ιδέα ή μια γλώσσα, είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσεγγίσει κάποιος την ψυχή ενός τόπου, το αόρατο πλην υπαρκτό αιθερικό του σώμα. Κι αυτή η ψυχή, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω, είναι, για τη συγγραφέα, ολόκληρη κρυμμένη μέσα στο φως.

Ό,τι ελληνικό, ενδιαιτάται εντός του φωτός, λέει η κυρία Σανζ.  Είναι το ίδιο φως που έχουν απορροφήσει, αιώνες τώρα, οι αρχαίοι ναοί και τα αγάλματα, είναι το ίδιο φως που λαμπρύνει, που καταυγάζει τα διηγήματα της Μάρτα Σίλβια, είναι το ίδιο φως που εμπεριέχεται, που ενυπάρχει μέσα στις λέξεις, όπως η λέξη «νόστος», που είναι το βασικό θέμα του δεύτερου διηγήματος της συλλογής.

«Περί της αδυναμίας μετάφρασης της λέξης νόστος», είναι ο τίτλος του, και, μεταξύ μας, εάν η κυρία Ντίος Σανζ αδυνατεί να μεταφράσει την αρχαιοελληνική λέξη «νόστος» στη μητρική της γλώσσα, δεν βλέπω ποιος άλλος είναι σε θέση να το κάνει. Πάντως, η ηρωίδα του διηγήματος, η μεταφράστρια, κάνει ό,τι μπορεί, και πιστεύω πως τελικά θα τα καταφέρει. Όσο και να ειναι καμιά φορά πολύ δύσκολο για μας του ανθρώπους να αποδώσουμε το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων, ένα νόημα που μπορεί να το ακούσουμε μέσα στο κελάηδισμα ενός πουλιού ή στον φλοίσβο των κυμάτων, ας πούμε.

Η γόνιμη φαντασία της κυρίας Σανζ, φίλες και φίλοι, συλλαμβάνει ιδέες λυρικές και γοητευτικές. Πέρα κι από την Αργεντινή, πέρα κι από την Ελλάδα, μου φαίνεται πως η αληθινή πατρίδα της συγγραφέως, η γενέτειρά της, είναι η γλώσσα.  Είναι αυτή η «Πόλις των ιδεών» που έλεγε και ο Καβάφης, η αληθινή πατρίδα κάθε ανθρώπου που διακονεί τα Γράμματα. Στο διήγημα «πρελούδιο για το Σταυρό του Νότου», συναντώ μια εξαιρετική ιδέα: οι στίχοι των ποιημάτων είναι ζωντανοί, ζωντανότατοι φίλες και φίλοι, και διεκδικούν την προσοχή και τη σωματική θέρμη της ηρωίδας ζώντας, σαν μικρά φιδάκια, σαν μικρά πλασματάκια πάνω στο σώμα της. Τέτοια σαρκική βίωση της ποίησης, του Λόγου, με λάμδα κεφαλαίο, ομολογώ πως δεν έχω ξανασυναντήσει.

Και, για να καταλάβετε από πού αρδεύεται η ποιητική της Μάρτα Σίλβια, από ποιο κοίτασμα ιδεών πηγάζουν οι σκέψεις της, στα λατινοαμέρικάνικα ή τα ελληνικά, αδιάφορο, επιτρέψτε μου να σας παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημα «Ταξιδεύοντας με μια τριήρη»:

«Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα κι εδώ γύρισα κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα; Κι εδώ πάλι ξαναγύρισα; Ή είμαστε όλα τα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαν, μια σειρά από χάντρες – όντα δεμένα μ’ ένα νήμα – μνήμη, μια σειρά ονείρων του εαυτού μου που τα ονειρεύτηκε κάποιος άλλος πέρα παό μένα;»

Αυτά – εγώ δεν έχω τίποτα άλλο να πω για το «Μαρμάρινο δάκρυ» της κυρίας Μάρτα Σίλβια Ντίος Σανζ, το οποίο, να πω πως περιέχει και το πρωτότυπο κείμενο, στα ισπανικά. Τίποτα άλλον, εξόν από τούτο: μακάρι να υπήρχαν κι άλλοι ελληνιστές και ελληνίστριες σαν κι αυτήν,  κι άλλες πύλες κι άλλες δίοδοι, προς την Αργεντινή, προς το μύθο και το πνεύμα.

Για το γραφείο τύπου

Ευάννα Βενάρδου

6932906657

25210-27435

Email: press@dramafilmfestival.gr